Jean Amery | Στα όρια του πνεύματος (σημειώσεις)

  • Σημειώσεις από την συζήτηση που διοργάνωσε το Shades Magazine στο πλαίσιο της ομάδας μελέτης του εγχειρήματος για τον αντισημιτισμό, με θέμα το κείμενο του Jean Amery με τίτλο: Στα όρια του πνεύματος (Κυριακή 2 Ιουνίου 2024)

Διαβάστε επίσης: Αποσπάσματα από το κεφάλαιο «Μνησικακίες» και από το κεφάλαιο «Για τα βασανιστήρια»

Ο Ζαν Αμερύ είναι, κατά κοινή ομολογία, ο φιλόσοφος του Άουσβιτς και, μαζί με το κείμενο που εξετάσαμε την προηγούμενη φορά του Πρίμο Λέβι, το Πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση, συγκαταλέγεται στα σημαντικότερα αναλυτικά ντοκουμέντα από επιζώντες του στρατοπέδου. Εμείς σήμερα εξετάζουμε το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου, με θέμα τη θέση του διανοούμενου στο Άουσβιτς.

Σε αυτό το κεφάλαιο του βιβλίου της ελληνικής έκδοσης, με τίτλο «Στα όρια του πνεύματος», ο Αμερύ επιχειρηματολογεί για την αντιπαράθεση του Άουσβιτς με το πνεύμα. Όπως λέει ο ίδιος, στο κείμενο αυτό θέλει περισσότερο να μιλήσει για τη θέση του διανοούμενου στο Άουσβιτς παρά για την εμπειρία του ως κρατούμενος. Ποιος είναι όμως ο ορισμός που δίνει ο Αμερύ για τον διανοούμενο; Ο Αμερύ δεν αποκαλεί διανοούμενο όποιον γενικά κατέχει κλασική υψηλή μόρφωση, η οποία, αν και μπορεί να αποτελεί απαραίτητη συνθήκη για τον καλλιεργημένο άνθρωπο, δεν συνιστά επαρκή προϋπόθεση. Μπορεί κάποιος να έχει σπουδάσει νομικά, ιατρική ή κάποιο άλλο επάγγελμα· σε καμία περίπτωση όμως αυτό δεν τον καθιστά διανοούμενο. Ο διανοούμενος, σύμφωνα με τον Αμερύ, είναι ένας άνθρωπος που ζει μέσα σε ένα σύστημα πνευματικών αναφορών. Οι συνειρμικοί του μηχανισμοί διέπονται κατά κύριο λόγο από το πεδίο του ουμανισμού και των επιστημών του πνεύματος. Διαθέτει μια καλά ανεπτυγμένη αισθητική συνείδηση.

Αυτή είναι, πάνω κάτω, η περιγραφή που δίνει ο Αμερύ για τον διανοούμενο στις απαρχές του κειμένου. Διανοούμενος, λοιπόν, για τον Αμερύ είναι ένας άνθρωπος που μπορεί να απαγγείλει από μνήμης ολόκληρες στροφές λυρικής ποίησης, που γνωρίζει καλά τα έργα της Αναγέννησης και του σουρεαλισμού, που είναι βαθιά εξοικειωμένος με την ιστορία της φιλοσοφίας και της μουσικής. Έναν τέτοιο άνθρωπο εξετάζει ο Αμερύ υπό τις ακραίες συνθήκες του Άουσβιτς, όταν βρέθηκε αναγκασμένος να θέσει υπό δοκιμασία την πραγματικότητα και την αποτελεσματικότητα του πνεύματός του.

Συγχρόνως όμως, ο Αμερύ δεν θα μπορούσε να μη μιλήσει και για μια ακόμη ταυτότητα. Στην πραγματικότητα ήταν αναγκασμένος να το κάνει, δηλαδή να μιλήσει για τη διπλή του ιδιότητα ως διανοούμενος αλλά και ως Εβραίος, και μάλιστα ως Εβραίος μέλος της βελγικής αντιφασιστικής αντίστασης. Αναπόφευκτα, λοιπόν, θα εξετάσει τη θέση του ίδιου του εαυτού του· θα εξετάσει συγκεκριμένα την κατηγορία «Εβραίος διανοούμενος» σε συνθήκες απόλυτης εκμηδένισης του ανθρώπινου πνεύματος.

Η ακραία θέση του διανοούμενου ήταν κοινή με κάθε άλλον, συμπεριλαμβανομένων και όσων, μολονότι ασκούσαν διανοητική εργασία, δεν μπορούν κατ’ ανάγκην να θεωρηθούν διανοούμενοι. Επρόκειτο για μια κάθε άλλο παρά ευνοϊκή θέση, η οποία αποτυπωνόταν με τον πλέον δραματικό τρόπο στον καταμερισμό της εργασίας, ο οποίος ήταν καθοριστικός για το δικαίωμα στη ζωή ή την καταδίκη στον θάνατο, όπως γράφει στη σελίδα 25.

Οι τεχνίτες στο Άουσβιτς–Μόνοβιτς, εφόσον δεν στέλνονταν αμέσως στους θαλάμους αερίων, αναλάμβαναν να εκτελέσουν εργασίες ανάλογα με το επάγγελμά τους. Ένας μηχανουργός, για παράδειγμα, θεωρείτο προνομιούχος στο πλαίσιο της ζωής του στρατοπέδου, γιατί ήταν απολύτως απαραίτητος σε κάποιο εργοστάσιο ή σε εργασία που απαιτούσε εξειδικευμένη γνώση. Έτσι, είχε την «πολυτέλεια» να εργάζεται κάτω από στέγη, σε κάποιο εργαστήριο που τον προστάτευε από το κρύο. Το ίδιο ίσχυε και για τον ηλεκτρολόγο, τον υδραυλικό, τον επιπλοποιό, τον ράφτη, τον τσαγκάρη κ.ο.κ. Για όλους αυτούς υπήρχε έστω μια ελάχιστη δυνατότητα να τοποθετηθούν σε κάποια υποφερτή θέση, μόνο και μόνο επειδή είχαν αξία χρήσης για τα SS.

Δεν θα μπορούσε παρά να είναι διαφορετική η θέση στο Άουσβιτς εκείνου για τον οποίο η διανοητική εργασία ήταν χαρακτηριστική του επαγγέλματός του. Βρισκόταν σε ίση μοίρα με τον έμπορο, ο οποίος, υπό το καθεστώς του στρατοπέδου, συγκαταλεγόταν επίσης στο λούμπεν προλεταριάτο, δηλαδή κατέληγε στις ομάδες των ανειδίκευτων εργατών που εκτελούσαν τις πιο σκληρές εργασίες, όσων ήταν αναγκασμένοι να δουλεύουν στην ύπαιθρο, κάτω από άθλιες συνθήκες, γεγονός που αντιστοιχούσε, συχνά, σε άμεση θανατική καταδίκη.

Όσοι ανήκαν σε διανοητικά επαγγέλματα τα είχαν δύσκολα στα εργοτάξια. Αρκετοί κρατούμενοι μάλιστα επιχείρησαν να κρύψουν την πραγματική τους επαγγελματική ιδιότητα. Όποιος διέθετε έστω και λίγα προσόντα χειρωνακτικής εργασίας δεν δίσταζε να πει ψέματα ότι ήταν, π.χ., τεχνίτης, παρότι ένα τέτοιο ψέμα θα μπορούσε να του κοστίσει τη ζωή.

Οι περισσότεροι κρατούμενοι δοκίμαζαν την τύχη τους υποβαθμίζοντας εντελώς την ιδιότητά τους. Για παράδειγμα, ένας καθηγητής πανεπιστημίου, όταν τον ρωτούσαν για την ιδιότητά του, απαντούσε ότι ήταν απλώς δάσκαλος σε κάποιο δημοτικό σχολείο. Το ίδιο ίσχυε και για έναν νομικό που μεταμορφωνόταν σε λογιστή, ή έναν δημοσιογράφο που δήλωνε ότι το επάγγελμά του ήταν στοιχειοθέτης. Ο λόγος μιας τέτοιας στάσης ήταν, μεταξύ άλλων, να μην προκαλέσουν την οργή των ναζί, οι οποίοι, σύμφωνα με την αντίληψή τους, θεωρούσαν ότι αυτές τις ιδιότητες δεν μπορούν να τις κατέχουν Εβραίοι.

Ωστόσο, οι περισσότεροι από όσους κατέληγαν σε σκληρές εργασίες στο στρατόπεδο, μετά από λίγο διάστημα κατέρρεαν, με αποτέλεσμα να οδηγούνται αμέσως στους θαλάμους αερίων.

Η ζωή στο στρατόπεδο απαιτούσε σωματική δεινότητα και σωματικό σθένος που άγγιζε κατ’ ανάγκην τα όρια της ωμότητας. Οι εργάτες του πνεύματος σπάνια διέθεταν έστω ένα από αυτά τα φυσικά χαρίσματα, ενώ το ηθικό σθένος με το οποίο επιχειρούσαν να υποκαταστήσουν το σωματικό δεν είχε καμία αξία.

Οι γνώσεις και η καλλιέργεια του έξω κόσμου δεν είχαν καμία αξία στο στρατόπεδο, όπου πιο σημαντικό ήταν να ξέρεις πώς να ρίξεις μια μπουνιά στο πιγούνι κάποιου που θα επιχειρούσε να σου κλέψει το κουτάλι της σούπας ή πώς να στρώνεις το αχυρένιο στρώμα. Οι καλλιεργημένοι άνθρωποι δεν έβρισκαν ούτε φίλους στο στρατόπεδο, και αυτό γιατί στις περισσότερες περιπτώσεις δεν είχαν την ικανότητα να διαχειριστούν με άνεση την αργκό του στρατοπέδου.

Στο στρατόπεδο, το πρόβλημα της επικοινωνίας μεταξύ των πνευματικών ανθρώπων και των υπολοίπων ήταν υπαρκτό.

Σε αυτό το σημείο προκύπτει το εξής ερώτημα: πόσο ωφέλιμες ήταν για τον διανοούμενο κρατούμενο οι γνώσεις και η καλλιέργεια που είχε αποκτήσει στον έξω κόσμο; Πόσο τον χρησίμευαν στον καθημερινό του αγώνα για επιβίωση;

Ο Αμερύ, για να περιγράψει την απόλυτη εκμηδένιση του πνευματικού ανθρώπου στο Άουσβιτς, δίνει ένα παράδειγμα και συγκρίνει τη δική του θέση με αυτή ενός άλλου κρατούμενου στο στρατόπεδο του Νταχάου. Όπως λέει ο ίδιος, είναι ακατόρθωτο να βρεθεί έστω και ένας κοινός παρανομαστής για τα δύο στρατόπεδα.

Στο Νταχάου, που ιστορικά ήταν ένα από τα πρώτα στρατόπεδα των ναζί και είχε ως στόχο κυρίως τη φυλάκιση πολιτικών κρατουμένων, οι συνθήκες ήταν διαφορετικές από το Άουσβιτς, το οποίο δημιουργήθηκε μια δεκαετία αργότερα και είχε διαφορετική λειτουργία.

Στο Νταχάου το πολιτικό στοιχείο κυριαρχούσε, ενώ αντίθετα στο Άουσβιτς επικρατούσαν κυρίως απολίτικοι Εβραίοι που δεν μπορούσαν να καταλάβουν γιατί βρέθηκαν εκεί. Στο Νταχάου η εσωτερική διαχείριση γινόταν από τους ίδιους τους πολιτικούς κρατουμένους, ενώ στο Άουσβιτς τον τόνο έδιναν επαγγελματίες Γερμανοί κακοποιοί. Στο Νταχάου υπήρχε βιβλιοθήκη, ενώ στο Άουσβιτς ακόμη και η ύπαρξη ενός βιβλίου μοιάζει εξωπραγματική.

Με άλλα λόγια, στο Νταχάου οι κρατούμενοι είχαν τη δυνατότητα να αντιπαρατάξουν μια πνευματική δομή στο καθεστώς των ναζί, ενώ στο Άουσβιτς, αντίθετα, ο άνθρωπος του πνεύματος ήταν απολύτως απομονωμένος.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα για τον διανοούμενο στο Άουσβιτς αποτελεί η περιγραφή του Αμερύ για τη συνάντησή του με έναν Γάλλο φιλόσοφο. Όταν ο Αμερύ τού έκανε ερωτήσεις, εκείνος έδινε μονολεκτικές απαντήσεις. Είχε πάψει να πιστεύει στην πραγματικότητα του πνευματικού κόσμου και αρνιόταν να συμμετέχει σε στοχασμούς που δεν είχαν κανένα αντίκρισμα.

Ο Εβραίος διανοούμενος, που είχε μεγαλώσει με τις αξίες του γερμανικού πνεύματος της χώρας των φιλοσόφων και ποιητών, βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα ιδιαίτερο πρόβλημα ως προς την κοινωνική ή μη λειτουργία του πνεύματος. Οτιδήποτε και αν δοκίμαζε να επικαλεστεί δεν ανήκε πλέον σε αυτόν αλλά στο Τρίτο Ράιχ. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα που δίνει ο Αμερύ για κάποιον που τόλμησε να πει μπροστά σε έναν άνδρα των SS ότι είναι φιλόλογος της γερμανικής γλώσσας· το γεγονός αυτό προκάλεσε την κτηνώδη αντίδραση του άνδρα των SS.

Ξαναγυρνώντας γενικά στη θέση του διανοούμενου στο Άουσβιτς, θα πρέπει να πούμε ότι η ορθολογική σκέψη όχι μόνο δεν βοηθούσε, αλλά οδηγούσε και στην τραγική διαλεκτική της αυτοκαταστροφής. Ο διανοούμενος δεν μπορούσε να δεχτεί ως δεδομένες τις αδιανόητες συνθήκες που επικρατούσαν στον κόσμο του στρατοπέδου. Αυτό δεν ίσχυε για τον μη καλλιεργημένο κρατούμενο, όπως τον αποκαλεί ο Αμερύ.

Σχετικά με το ζήτημα της πίστης..

Στον Ζαν Αμερύ, και ειδικά στο κεφάλαιο «Στα όρια του πνεύματος», το ζήτημα της πίστης δεν εμφανίζεται ως θεολογικό πρόβλημα, αλλά ως υπαρξιακή και γνωσιοθεωρητική διαφορά τρόπου σχέσης με τον κόσμο υπό συνθήκες απόλυτης εκμηδένισης όπως στο Άουσβιτς. Η πίστη, είτε θρησκευτική είτε πολιτική, συγκροτείται ως μια μορφή εσωτερικής βεβαιότητας που προηγείται της εμπειρικής διάψευσης· αντίθετα, ο διανοούμενος στον Αμερύ βρίσκεται εκτεθειμένος χωρίς τέτοιο προστατευτικό σύστημα νοήματος.

Ο θρησκευόμενος κρατούμενος μπορεί, έστω και σε ακραίες συνθήκες, να ανατρέχει σε ένα υπερβατικό πλαίσιο: μια θεϊκή δικαιοσύνη, μια μεταθανάτια αποκατάσταση, μια θεολογική ερμηνεία του πόνου. Η πίστη λειτουργεί εδώ ως μηχανισμός νοηματοδότησης του αβάσταχτου, ως δυνατότητα να μην είναι το Άουσβιτς το απόλυτο νόημα του κόσμου αλλά ένα επεισόδιο μέσα σε ένα ευρύτερο σχέδιο.

Αντίστοιχα, ο κομμουνιστής κρατούμενος μπορεί να συγκρατεί μια ιστορικο-διαλεκτική πίστη: ότι η βαρβαρότητα δεν είναι τελικό στάδιο αλλά ιστορική φάση, ότι η ταξική πάλη και η ιστορική αναγκαιότητα θα οδηγήσουν τελικά σε ανατροπή. Και εδώ η πίστη λειτουργεί ως χρονική υπέρβαση του παρόντος: το στρατόπεδο δεν είναι το τέλος της ιστορίας, αλλά ένα όριο μέσα σε μια προδιαγεγραμμένη ιστορική κίνηση.

Ο διανοούμενος, όπως τον σκιαγραφεί ο Αμερύ, δεν διαθέτει καμία από αυτές τις δύο μορφές «προκατασκευασμένης βεβαιότητας». Δεν έχει ούτε θεολογική ούτε πολιτική πίστη. Είναι υποχρεωμένος να αντιμετωπίσει την εμπειρία χωρίς ερμηνευτικό καταφύγιο που να αναιρεί την αμεσότητα του τρόμου. Γι’ αυτό και η σχέση του με την πραγματικότητα του στρατοπέδου είναι πιο εύθραυστη: δεν μπορεί εύκολα να την εντάξει σε ένα σύστημα νοήματος που να την καθιστά ανεκτή.

Σε αυτό το σημείο, η διαφορά δεν είναι απλώς «ψυχολογική», αλλά δομική. Η πίστη —θρησκευτική ή πολιτική— λειτουργεί ως προ-δομημένο πλαίσιο ερμηνείας που αντέχει στη διάψευση μέσω της αναπροσαρμογής (ο Θεός δοκιμάζει, η ιστορία καθυστερεί). Ο διανοούμενος, αντίθετα, τείνει να είναι πιο άμεσα εκτεθειμένος στη ριζική ασυνέχεια ανάμεσα στη σκέψη και την εμπειρία. Το πνεύμα του, που στον έξω κόσμο αποτελούσε εργαλείο κατανόησης, στο Άουσβιτς μετατρέπεται σε βάρος, γιατί δεν μπορεί να «εξηγήσει» αυτό που συμβαίνει χωρίς να καταρρεύσει το ίδιο.

Έτσι, στον Αμερύ, η αντίθεση δεν είναι απλώς ανάμεσα σε «πιστούς» και «μη πιστούς», αλλά ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς τρόπους αντοχής του νοήματος:

  • η πίστη αντέχει μέσω της υπέρβασης του παρόντος,

  • ενώ ο διανοούμενος δοκιμάζεται στην αδυναμία υπέρβασης του παρόντος χωρίς απώλεια της ίδιας της διανοητικής του συνέπειας.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η πίστη είναι «ανώτερη» ή ότι ο διανοούμενος είναι «πιο αληθινός»· στον Αμερύ σημαίνει μάλλον ότι η εμπειρία του στρατοπέδου αποδομεί τις παραδοσιακές ιεραρχίες του πνεύματος. Εκεί όπου ο κόσμος καταρρέει σε καθαρή επιβίωση, η πίστη μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός αντοχής, ενώ ο διανοούμενος αντιμετωπίζει την ίδια την κατάρρευση των κατηγοριών με τις οποίες συνήθιζε να σκέφτεται τον κόσμο.

Related posts